γελοίος

γελοίος, α, ον смешной; комичный

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "γελοίος" в других словарях:

  • γελοῖος — γέλοιος mirth provoking masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γέλοιος — mirth provoking masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γελοίος — α, ο (AM γελοῑος, α, ον, Α και γέλοιος, α, ον) 1. αυτός που προκαλεί γέλιο, άξιος για γέλια 2. άξιος για περιφρόνηση, αναξιόλογος 3. το ουδ. ως ουσ. το γελοίο η γελοιότητα αρχ. 1. (για πρόσωπα) κωμικός, αστείος, περιπαικτικός 2. (για… …   Dictionary of Greek

  • γελοίος — [гелиос] εκ. смешной, забавный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • γελοίος — α, ο 1. άξιος για γέλια, φαιδρός: Γίνεσαι γελοία με αυτά τα καμώματα. 2. ο άξιος περιφρόνησης, ο ασήμαντος: Δεν ασχολούμαι μαζί σου γιατί είσαι ένα γελοίο υποκείμενο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γελοιότερον — γέλοιος mirth provoking adverbial comp γέλοιος mirth provoking masc acc comp sg γέλοιος mirth provoking neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γελοιοτέρως — γέλοιος mirth provoking adverbial comp γέλοιος mirth provoking masc acc comp pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γελοιότατα — γέλοιος mirth provoking adverbial superl γέλοιος mirth provoking neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γελοιότατον — γέλοιος mirth provoking masc acc superl sg γέλοιος mirth provoking neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γελοῖον — γέλοιος mirth provoking masc acc sg γέλοιος mirth provoking neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γελοίων — γέλοιος mirth provoking fem gen pl γέλοιος mirth provoking masc/neut gen pl γελάω laugh imperf ind act 3rd pl (epic) γελάω laugh imperf ind act 1st sg (epic) γελοιάω imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) γελοιάω imperf ind act 1st sg (homeric… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.